ΜΠΕΝΑΚΗ
ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΗΜΕΡΑ
Benaki Museum
ENGLISH | ESPAÑOL
ΑΡΧΙΚΗ ΟΘΟΝΗ
Εισαγωγικό Σηµείωµα
από τον καθηγητή κ. Άγγελο ∆εληβορριά
Φωτό: Johanna Weber
Η αύξηση των αντικειμένων, του προσωπικού, των επισκεπτών και των δραστηριοτήτων κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, επέβαλε στο Μουσείο Μπενάκη τον επαναπροσδιορισμό της φυσιογνωμίας του με γνώμονα τις απαιτήσεις της σύγχρονης πραγματικότητας, αλλά και την εξασφάλιση των προϋποθέσεων για μια ανετότερη μελλοντική λειτουργία. Έτσι κρίθηκε απαραίτητη η αποσυμφόρηση του υλικού και των υπηρεσιών, σύμφωνα όμως με έναν συμφιλιωτικό συμβιβασμό των επιταγών του παρελθόντος και των πιο ριζοσπαστικών από τις νέες μουσειολογικές απόψεις. Το σκεπτικό του διαγράμματος, πάνω στο οποίο είναι σήμερα αρθρωμένη η δομή του Ιδρύματος, διέπεται πλέον από ένα εντελώς σύγχρονο αποκεντρωτικό πνεύμα δορυφορικής συλλήψεως και δημοκρατικής τάξεως, με μια σειρά αυτόνομων παραρτημάτων γύρω από τον κεντρικό αρχικό του πυρήνα.
Στο νεοκλασικό μέγαρο του Μουσείου, μετά το διπλασιασμό των ωφέλιμων επιφανειών που προέκυψε από την ανάπλαση και την επέκταση των χώρων του, αναπτύχθηκαν εμπλουτισμένες μόνον οι συλλογές εκείνες οι οποίες «διηγούνται» την ιστορία του ελληνισμού διαχρονικά. Στο πρώτο από τα πέντε επίπεδα του κτηρίου είναι συγκεντρωμένα τα γραφεία των αντίστοιχων Επιστημονικών Τμημάτων, τα Τμήματα των Εκθέσεων και των Εκδόσεων, των Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και της Πληροφορικής, μαζί με τη Διεύθυνση, την Υποδιεύθυνση και τις Γραμματείες. Το ίδιο επίπεδο στεγάζει τη Βιβλιοθήκη, την Αίθουσα όπου συνεδριάζει η Διοικητική Επιτροπή, και από τις μονάδες στήριξης, τις Οικονομικές και τις Νομικές Υπηρεσίες, τα γραφεία του Πωλητηρίου, της Ασφάλειας, του Προσωπικού και της Καθαριότητας, της Τεχνολογικής και Ηλεκτρομηχανολογικής Εποπτείας. Στο επίπεδο του ισογείου, της εισόδου και της εξόδου των επισκεπτών, έχουν εγκατασταθεί οι υπηρεσίες του πρώτου στην Ελλάδα μουσειακού Πωλητηρίου, ενώ στο επίπεδο της ταράτσας, εκτός από την Αίθουσα των Περιοδικών Εκθέσεων και ένα μικρό Αμφιθέατρο για τη διοργάνωση σεμιναρίων, λειτουργεί το επίσης πρώτο στην Ελλάδα μουσειακό Εστιατόριο-Κυλικείο.
Από τα υπόλοιπα τμήματα που απαρτίζουν τον ελληνικό κορμό του Μουσείου Μπενάκη αυτονομήθηκαν ως ανεξάρτητα κέντρα τα Φωτογραφικά και τα Ιστορικά Αρχεία, όχι μόνο λόγω του απροσδόκητα θεαματικού τους εμπλουτισμού, αλλά και εκ του γεγονότος ότι εξυπηρετούν κυρίως καθαρά ερευνητικές ανάγκες. Τη μεταστέγαση των Ιστορικών Αρχείων στην Κηφισιά διευκόλυνε η δωρεά της έπαυλης του Στέφανου και της Πηνελόπης Δέλτα από την κόρη τους Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, και των Φωτογραφικών Αρχείων στην Πλατεία Κολωνακίου η κληροδοσία μιας μεγάλης κατοικίας από τη Μαίρη Καρόλου και την Πένυ Βλάγκαλη. Το σχετικά πιο πρόσφατα συγκροτημένο Τμήμα των Αρχείων της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, ο εμπλουτισμός του οποίου συνάντησε μια απρόσμενη ανταπόκριση, βρήκε εν τέλει την οριστική του θέση στους ιδεώδεις χώρους του Νέου Κτηρίου επί της οδού Πειραιώς.
Σε ανεξάρτητο παράρτημα μετεξελίσσεται στην περιοχή της πλατείας Συντάγματος, μετά τη ριζική του επισκευή, και το ακίνητο που πρόσφερε στο Ίδρυμα ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, στην περιοχή της Πλατείας Συντάγματος. Εδώ ως μόνιμα εκθέματα θα παραμείνουν η κατοικία, το εργαστήρι και η Πινακοθήκη των έργων του καλλιτέχνη και στα υπόλοιπα επίπεδα του πολυωρόφου κτηρίου θα αναδειχθεί η νεοελληνική δημιουργία της γενιάς του ’30.
Από την ενότητα των ξένων πολιτισμών που απαρτίζουν το δεύτερο, εξίσου σημαντικό άξονα του νέου οργανογράμματος, με την αυτονόμηση των συλλογών της Ισλαμικής Τέχνης στο κτηριακό συγκρότημα του Κεραμεικού, δωρεά του Λάμπρου Ευταξία, έχει ήδη συσταθεί ένα ακόμα δορυφορικό παράρτημα. Οι συλλογές της Κινεζικής, Ινδικής και Προκολομβιανής Τέχνης προβλέπεται ότι έως το 2008 θα έχουν στεγαστεί στο Πολυδύναμο Κέντρο της οδού Πειραιώς, όπου ελπίζεται να φιλοξενηθεί κάποτε η παντελώς αστέγαστη όσο και άγνωστη στην Ελλάδα Αφρικανική Τέχνη.
Ανάμεσα στις διάφορες αυτόνομες δορυφορικές μονάδες που στηρίζουν σήμερα τη λειτουργία του Ιδρύματος, το κτήριο της οδού Πειραιώς, με τον πρωτοποριακό αρχιτεκτονικό του λόγο και την έλξη που ασκεί στις νεότερες γενιές, έχει καταξιωθεί ως ένα από τα πιο σημαντικά πολιτιστικά κέντρα της ελληνικής πρωτεύουσας. Διαθέτοντας τους μεγαλύτερους και ωραιότερους εκθεσιακούς χώρους, ένα Αμφιθέατρο τετρακοσίων θέσεων κι ένα Αίθριο εντυπωσιακών διαστάσεων, ένα Κυλικείο κι ένα Πωλητήριο, είναι εξοπλισμένο με τις πιο σύγχρονες τεχνολογικές προδιαγραφές έτσι ώστε να εξυπηρετεί τις σύνθετες οργανωτικές απαιτήσεις εικαστικών και μουσικών, συνεδριακών και χορευτικών, θεατρικών και κινηματογραφικών εκδηλώσεων ταυτόχρονα. Μια άλλη από τις βασικές μονάδες στήριξης είναι το Τμήμα Παιχνιδιών και Παιδικής Ηλικίας, οι συλλογές του οποίου θα προσφερθούν στο κοινό αφού προηγουμένως επιτευχθεί η επισκευή του νεογοτθικού μεγάρου στο Παλαιό Φάληρο, κληροδότημα της Βέρας Κουλούρα. Το κατά επιμέρους ειδικότητες οργανωμένο τμήμα Συντηρήσεως των έργων της τέχνης, που φροντίζει για την προστασία όλου του μουσειακού υλικού, λειτουργεί, τέλος, αποκεντρωμένο ήδη σε περισσότερα ανεξάρτητα οικοδομήματα.
Το στερέωμα της μουσειακής εξακτίνωσης διευρύνθηκε αλλά και δικαιώθηκε πρόσφατα με την προσθήκη τριών νέων δορυφόρων: το εργαστήριο στη συνοικία του Ζωγράφου, όπου βρίσκεται συγκεντρωμένο το σύνολο της ζωγραφικής και γλυπτικής δημιουργίας του Γιάννη Παππά, δωρεά του καλλιτέχνη, προωθεί αποφασιστικά την προσπάθεια που καταβάλλεται εδώ και χρόνια για τη συγκρότηση ενός πανοράματος της νεοελληνικής τέχνης. Το σπίτι στον Λυκαβηττό, κληροδότημα της Ελένης Θεοχάρη-Περράκη μαζί με όλο το υλικό του κουκλοθεάτρου της, ενισχύει το έργο που συντελείται στα ομόλογα τμήματα του Μουσείου. Η απόκτηση της μεταβυζαντινής Μονής της Παναγίας στο Λιμένι του Οιτύλου με την οικονομική συνδρομή του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου, ενθαρρύνει τις προοπτικές μιας ευεργετικής παρέμβασης του Ιδρύματος στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, αν βέβαια επιτευχθεί κάποτε η αναστήλωσή της και η εκεί εγκατάσταση ενός Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Παραδοσιακού Πολιτισμού της Μάνης. Ακριβώς το ίδιο ισχύει για την μελλοντική λειτουργία δύο Κέντρων Φιλοξενίας Ελλήνων και ξένων ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης σε άλλες ελληνικές περιοχές.
Το θεωρητικό υπόβαθρο της ιδεολογίας που ζωογονεί το Νέο Μουσείο Μπενάκη είναι αρκετά προφανές ώστε να μη χρειάζεται κάποια επιπλέον διαπραγμάτευση. Πρόκειται, με δυο λόγια, για ένα σύστημα «ανοιχτό», απαλλαγμένο δηλαδή από τον ελλοχεύοντα κίνδυνο της εντροπίας, αλλά και κοινωνικά ευαίσθητο, κάτι που του εξασφαλίζει την εμπιστοσύνη της ευρύτερης αποδοχής.